
Υπήρχαν μόνο

✓ εκκλησιαστικά σχολεία,


που λειτουργούσαν σε σπίτια, σε ναούς ή σε μοναστήρια.
Οι γονείς πλήρωναν δίδακτρα σε είδος ή χρήματα, ανάλογα με το επάγγελμά τους.
Τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο σε ηλικία έξι έως οκτώ ετών.
➤ Το βασικό σχολείο είχε τέσσερις τάξεις :

Στις δύο μικρότερες οι μαθητές μάθαιναν
Ασκούνταν ακόμη να ακούν προσεχτικά το δάσκαλό τους και να προφέρουν σωστά τα λόγια τους.

Στις μεγαλύτερες τάξεις διδάσκονταν

Αποστήθιζαν ιστορίες από τον Όμηρο, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και από τους μύθους του Αισώπου.

Στα εκκλησιαστικά σχολεία, εκτός από τα παιδιά της πόλης, συχνά φοιτούσαν δωρεάν ορφανά παιδιά ή μαθητές από άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας, που διακρίνονταν για τη φιλομάθειά τους.

Τα κορίτσια κι ένας μεγάλος αριθμός αγοριών, που οι γονείς τους δεν είχαν να πληρώσουν δίδακτρα, δεν πήγαιναν σχολείο αλλά έμεναν στο σπίτι.
Την εκπαίδευσή τους αναλάμβαναν οι γονείς, οι γιαγιάδες και οι παππούδες.
Μάθαιναν στα παιδιά ιστορίες για τη ζωή και τον τόπο τους και τα ασκούσαν να διατηρούν τα έθιμα και τις παραδόσεις των Βυζαντινών.

Τα παιδιά αυτά έμεναν στο σπίτι, έπαιζαν στις αυλές και στους δρόμους και βοηθούσαν τους γονείς τους στις δουλειές.

Τα κορίτσια μάθαιναν από τις μητέρες τους να κεντούν, να πλέκουν και να υφαίνουν.
Τα αγόρια που δεν πήγαιναν σχολείο μάθαιναν από μικρή ηλικία τέχνες κοντά σε ειδικούς τεχνίτες.
Εκεί εργάζονταν, ως άμισθοι μαθητευόμενοι , για δύο χρόνια.
Στη συνέχεια εργάζονταν κοντά στους τεχνίτες με αμοιβή ή αναζητούσαν αλλού εργασία.
Κάθε τεχνίτης μπορούσε να έχει δύο μόνο μαθητευόμενους.
Ο σεβασμός των νέων αυτών προς το «αφεντικό» τους ήταν μεγάλος και συχνά κρατούσε για όλη τους τη ζωή.

Οι αίθουσες των σχολείων ήταν στενές και είχαν μικρά παράθυρα.
Οι μαθητές κάθονταν σε ξύλινους πάγκους, σε χαμηλά σκαμνιά, σταυροπόδι στο πάτωμα ή και όρθιοι.

Ο γραμματιστής στήριζε τα βιβλία του σε αναλόγιο.

Τα παιδιά έβαζαν τα πράγματά τους σε ένα μικρό υφασμάτινο σάκο, τον μάρσιπο.
Συνηθισμένο αναγνωστικό τους ήταν το ψαλτήρι ,εκκλησιαστικό βιβλίο με συλλογή ψαλμών.

Έγραφαν πάνω σε πλάκα με κοντύλι και έσβηναν με ένα μικρό σφουγγάρι.

Εκτός από τις πέτρινες πλάκες υπήρχαν κι άλλες αλειμμένες με κερί.
Σ’ αυτές έγραφαν με μυτερό καλάμι.

Στις μεγαλύτερες τάξεις έγραφαν με μελάνι πάνω σε παπύρους, σε περγαμηνές και σε χαρτί, από το 10ο αιώνα και μετά.


που λειτουργούσαν σε σπίτια, σε ναούς ή σε μοναστήρια.
Οι γονείς πλήρωναν δίδακτρα σε είδος ή χρήματα, ανάλογα με το επάγγελμά τους.
Τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο σε ηλικία έξι έως οκτώ ετών.
➤ Το βασικό σχολείο είχε τέσσερις τάξεις :

Στις δύο μικρότερες οι μαθητές μάθαιναν
- να γράφουν,
- να διαβάζουν
- και να λογαριάζουν.
Ασκούνταν ακόμη να ακούν προσεχτικά το δάσκαλό τους και να προφέρουν σωστά τα λόγια τους.

Στις μεγαλύτερες τάξεις διδάσκονταν
- ορθογραφία,
- γραμματική
- και αριθμητική.

Αποστήθιζαν ιστορίες από τον Όμηρο, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και από τους μύθους του Αισώπου.
Στα σχολεία ακόμη μάθαιναν να τραγουδούν και να ψέλνουν.

Στα εκκλησιαστικά σχολεία, εκτός από τα παιδιά της πόλης, συχνά φοιτούσαν δωρεάν ορφανά παιδιά ή μαθητές από άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας, που διακρίνονταν για τη φιλομάθειά τους.

Τα κορίτσια κι ένας μεγάλος αριθμός αγοριών, που οι γονείς τους δεν είχαν να πληρώσουν δίδακτρα, δεν πήγαιναν σχολείο αλλά έμεναν στο σπίτι.
Την εκπαίδευσή τους αναλάμβαναν οι γονείς, οι γιαγιάδες και οι παππούδες.
Μάθαιναν στα παιδιά ιστορίες για τη ζωή και τον τόπο τους και τα ασκούσαν να διατηρούν τα έθιμα και τις παραδόσεις των Βυζαντινών.

Τα παιδιά αυτά έμεναν στο σπίτι, έπαιζαν στις αυλές και στους δρόμους και βοηθούσαν τους γονείς τους στις δουλειές.

Τα κορίτσια μάθαιναν από τις μητέρες τους να κεντούν, να πλέκουν και να υφαίνουν.
Τα αγόρια που δεν πήγαιναν σχολείο μάθαιναν από μικρή ηλικία τέχνες κοντά σε ειδικούς τεχνίτες.
Εκεί εργάζονταν, ως άμισθοι μαθητευόμενοι , για δύο χρόνια.
Στη συνέχεια εργάζονταν κοντά στους τεχνίτες με αμοιβή ή αναζητούσαν αλλού εργασία.
Κάθε τεχνίτης μπορούσε να έχει δύο μόνο μαθητευόμενους.
Ο σεβασμός των νέων αυτών προς το «αφεντικό» τους ήταν μεγάλος και συχνά κρατούσε για όλη τους τη ζωή.
πρόσθετες πληροφορίες...

Οι αίθουσες των σχολείων ήταν στενές και είχαν μικρά παράθυρα.
Οι μαθητές κάθονταν σε ξύλινους πάγκους, σε χαμηλά σκαμνιά, σταυροπόδι στο πάτωμα ή και όρθιοι.

Ο γραμματιστής στήριζε τα βιβλία του σε αναλόγιο.

Τα παιδιά έβαζαν τα πράγματά τους σε ένα μικρό υφασμάτινο σάκο, τον μάρσιπο.
Συνηθισμένο αναγνωστικό τους ήταν το ψαλτήρι ,εκκλησιαστικό βιβλίο με συλλογή ψαλμών.

Έγραφαν πάνω σε πλάκα με κοντύλι και έσβηναν με ένα μικρό σφουγγάρι.

Εκτός από τις πέτρινες πλάκες υπήρχαν κι άλλες αλειμμένες με κερί.
Σ’ αυτές έγραφαν με μυτερό καλάμι.

Στις μεγαλύτερες τάξεις έγραφαν με μελάνι πάνω σε παπύρους, σε περγαμηνές και σε χαρτί, από το 10ο αιώνα και μετά.
Οι τιμωρίες στη Βυζαντινή εκπαίδευση
Οι Βυζαντινοί εκτιμούσαν πολύ τα γράμματα και την εκπαίδευση και πίστευαν ότι είναι το μεγαλύτερο από τα αγαθά που μπορεί να κατέχει ένας άνθρωπος.
Στην Κωνσταντινούπολη, από τον 5ο αιώνα, πέρα από τα βασικά σχολεία της πόλης, λειτουργούσε το Πανδιδακτήριο και άλλες ανώτερες σχολές.

Ανώτατες σχολές λειτουργούσαν ακόμη, από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια, στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, οι οποίες ήταν κέντρα ελληνικής παιδείας από τα αρχαία χρόνια.

Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος και ο πατριάρχης Σέργιος ίδρυσαν τον 7ο αιώνα τις πρώτες εκκλησιαστικές σχολές στην Πόλη.
Σκοπός τους ήταν να εκπαιδεύσουν τους μαθητές τους έτσι, ώστε να γίνουν ικανά στελέχη της εκκλησίας.
Και οι δημόσιες σχολές όμως έδιναν στους μαθητές τους καλή θεολογική και κοινωνική μόρφωση.

Στη διάρκεια της εικονομαχίας τα εκκλησιαστικά σχολεία έπαψαν να λειτουργούν και η εκπαίδευση πέρασε περίοδο δοκιμασίας.

Στα χρόνια της Μακεδονικής Αναγέννησης που ακολούθησαν όμως, ο Πατριάρχης Φώτιος και οι άλλοι μορφωμένοι κληρικοί, που δίδασκαν στο Πανεπιστήμιο και στην Πατριαρχική Σχολή, κατάφεραν να συνδυάσουν την κρατική με την εκκλησιαστική παιδεία και να διδάξουν στους μαθητές τους, με την ίδια επιτυχία, τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και τη χριστιανική Βίβλο.

Τα μαθήματα που διδάσκονταν στις ανώτερες σχολές ήταν αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία, φιλοσοφία, ρητορική και νομικά.
Ιδιαίτερη σημασία οι Βυζαντινοί έδιναν στη σωστή προφορά της ελληνικής γλώσσας. Σε κάποια τμήματά των σχολών αυτών διδάσκονταν και οι ξένες γλώσσες, τις οποίες μάθαιναν επιλεγμένοι σπουδαστές.

Όλες οι βυζαντινές σχολές είχαν καλά οργανωμένες βιβλιοθήκες για τους μαθητές τους, αλλά και για άλλους αναγνώστες που ήθελαν να τις χρησιμοποιήσουν.
Τα βιβλία ήταν σπάνια, αφού ήταν μόνο χειρόγραφα.
Στις βιβλιοθήκες υπήρχαν οργανωμένα εργαστήρια, στα οποία καλλιγράφοι, λαϊκοί ή μοναχοί, αναλάμβαναν την αντιγραφή βιβλίων για τους αναγνώστες.
Η τιμή τους ήταν ιδιαίτερα υψηλή, όταν ήταν εικονογραφημένα.

Οι γυναίκες, όπως αναφέρθηκε , δεν είχαν τις ίδιες ευκαιρίες εκπαίδευσης με τους άνδρες.
Στη μακρόχρονη βυζαντινή ιστορία δεν αναφέρονται πουθενά σχολεία για γυναίκες.
Μόνον οι κόρες των εύπορων οικογενειών μπορούσαν να παρακολουθήσουν μαθήματα στο σπίτι, που γίνονταν από ιδιωτικούς δασκάλους για τις ίδιες ή και τους αδελφούς τους.
Παρ’ όλα αυτά, πολλές από αυτές διακρίθηκαν στα γράμματα και πρόσφεραν πολλά στη βυζαντινή παιδεία και κοινωνία.

Στα χρόνια των Παλαιολόγων, κι ενώ το κράτος περνούσε περίοδο παρακμής, τα γράμματα και η εκπαίδευση παρουσίασαν σημαντική άνθηση.
Ιστορικοί, συγγραφείς και δάσκαλοι, με πρώτο τον Γεώργιο Πλήθωνα-Γεμιστό στον Μιστρά, αφιερώθηκαν στη μελέτη των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων και στη διάσωσή τους.
Ήταν η τελευταία πνευματική αναλαμπή του Βυζαντίου, λίγο πριν τη δύση του, αφού όλα αυτά κράτησαν ως την Άλωση της Πόλης από τους Τούρκους.

Μετά από αυτή, πολλοί βυζαντινοί λόγιοι που κατέφυγαν στην Ιταλία, μετέφεραν εκεί χειρόγραφα με αρχαία κείμενα.
Έδωσαν έτσι τη σκυτάλη της κληρονομιάς της αρχαιότητας και του Βυζαντίου στη Δύση.

Το πιο σημαντικό για τη βυζαντινή εκπαίδευση, σε όλη τη διάρκεια ζωής της αυτοκρατορίας, είναι ότι δεν περιορίστηκε στα κρατικά όριά της.
Πέρασε τα σύνορά της και έφερε το φως και τα αγαθά της στους γείτονες λαούς και σε όλη την Οικουμένη.
Κι αυτή είναι η πιο μεγάλη προσφορά της στην ανθρωπότητα.
Στις βιβλιοθήκες υπήρχαν οργανωμένα εργαστήρια, στα οποία καλλιγράφοι, λαϊκοί ή μοναχοί, αναλάμβαναν την αντιγραφή βιβλίων για τους αναγνώστες.
Η τιμή τους ήταν ιδιαίτερα υψηλή, όταν ήταν εικονογραφημένα.

Οι γυναίκες, όπως αναφέρθηκε , δεν είχαν τις ίδιες ευκαιρίες εκπαίδευσης με τους άνδρες.
Στη μακρόχρονη βυζαντινή ιστορία δεν αναφέρονται πουθενά σχολεία για γυναίκες.
Μόνον οι κόρες των εύπορων οικογενειών μπορούσαν να παρακολουθήσουν μαθήματα στο σπίτι, που γίνονταν από ιδιωτικούς δασκάλους για τις ίδιες ή και τους αδελφούς τους.
Παρ’ όλα αυτά, πολλές από αυτές διακρίθηκαν στα γράμματα και πρόσφεραν πολλά στη βυζαντινή παιδεία και κοινωνία.

Στα χρόνια των Παλαιολόγων, κι ενώ το κράτος περνούσε περίοδο παρακμής, τα γράμματα και η εκπαίδευση παρουσίασαν σημαντική άνθηση.
Ιστορικοί, συγγραφείς και δάσκαλοι, με πρώτο τον Γεώργιο Πλήθωνα-Γεμιστό στον Μιστρά, αφιερώθηκαν στη μελέτη των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων και στη διάσωσή τους.
Ήταν η τελευταία πνευματική αναλαμπή του Βυζαντίου, λίγο πριν τη δύση του, αφού όλα αυτά κράτησαν ως την Άλωση της Πόλης από τους Τούρκους.

Μετά από αυτή, πολλοί βυζαντινοί λόγιοι που κατέφυγαν στην Ιταλία, μετέφεραν εκεί χειρόγραφα με αρχαία κείμενα.
Έδωσαν έτσι τη σκυτάλη της κληρονομιάς της αρχαιότητας και του Βυζαντίου στη Δύση.

Το πιο σημαντικό για τη βυζαντινή εκπαίδευση, σε όλη τη διάρκεια ζωής της αυτοκρατορίας, είναι ότι δεν περιορίστηκε στα κρατικά όριά της.
Πέρασε τα σύνορά της και έφερε το φως και τα αγαθά της στους γείτονες λαούς και σε όλη την Οικουμένη.
Κι αυτή είναι η πιο μεγάλη προσφορά της στην ανθρωπότητα.
Γλώσσα
1η Ενότητα - Πάλι μαζί!
Γ' Τάξη








Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Το σχόλιό σου θα εμφανιστεί μόλις εγκριθεί