Όλα για την τάξη μου: 5. Ο θάνατος του Πάτροκλου Cute Blue Pencil-->
Untitled

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2018

5. Ο θάνατος του Πάτροκλου



Ο Αχιλλέας δεν πολεµούσε πια κι οι Τρώες πήραν θάρρος.
Άγριες µάχες γίνονταν έξω απ’ της Τροίας τα τείχη κι αµέτρητοι Αχαιοί έπεφταν νεκροί.


Απελπισµένος τότε ο Αγαµέµνονας έστειλε στον Αχιλλέα
  • τον γέρο Φοίνικα,
τον δάσκαλο του Αχιλλέα,
  • τον Αίαντα, 
τον πιο δυνατό πολεµιστή των Αχαιών,
  • και τον πολυµήχανο Οδυσσέα, 
να τον παρακαλέσουνε να ξαναβγεί στη µάχη και θα του έδινε πίσω τη Βρισηίδα και δώρα αµέτρητα.






Μα ο Αχιλλέας δε δέχτηκε κι είπε ότι θα πολεµούσε µόνο αν οι Τρώες έφταναν στα καράβια του.
Οι µάχες συνεχίζονταν πιο άγριες.
 Οι Τρώες κυνήγησαν τους Αχαιούς ως το στρατόπεδό τους.
 Ο Έκτορας έσπασε την ξύλινη πύλη του στρατοπέδου µε µια τεράστια πέτρα κι οι Τρώες όρµησαν µέσα κι έβαλαν φωτιά σ’ ένα καράβι.
Τους Αχαιούς έσωσε ο Αίαντας, που τραυµάτισε τον Έκτορα και η µάχη σταµάτησε για λίγο.






Βλέποντας τις συµφορές των Αχαιών, ο Πάτροκλος πήγε στον φίλο του τον Αχιλλέα.
«Αχιλλέα», του είπε, «οι Τρώες καίνε τα καράβια µας. Αφού εσύ δεν πολεµάς, κανέναν δε φοβούνται. Δος µου την πανοπλία σου, το άρµα µε τα αθάνατα άλογά σου και τους γενναίους Μυρµιδόνες, να πολεµήσω εγώ στη θέση σου».










O Αχιλλέας δέχτηκε και τον συµβούλεψε να διώξει τους Τρώες από το στρατόπεδο και να γυρίσει πίσω.
Όρµησε ο Πάτροκλος µε τους γενναίους Μυρµιδόνες στη µάχη. Οι Τρώες, όταν τον είδαν, νόµισαν πως ήταν ο Αχιλλέας κι έφυγαν τρέχοντας προς την Τροία.






Ο Πάτροκλος ξέχασε του Αχιλλέα τη συµβουλή και κυνήγησε τους Τρώες ως τα τείχη της Τροίας. Όµως εκεί τον γνώρισε ο Έκτορας, πήγε κοντά κι άρχισαν να παλεύουν.

Τότε ο Απόλλωνας χτύπησε τον Πάτροκλο πισώπλατα. Εκείνος έπεσε κάτω κι ο Έκτορας τον σκότωσε και του πήρε τα θεϊκά όπλα του Αχιλλέα.





Έγινε µάχη γύρω απ’ τον νεκρό.
Τ’αθάνατα άλογα του Αχιλλέα, ο Ξάνθος κι ο Βαλίος, που του τα είχε χαρίσει ο Ποσειδώνας, σαν είδαν τον Πάτροκλο νεκρό, έσκυψαν τα κεφάλια τους και µε τα δάκρυά τους έβρεχαν τη γη.















Οι Αχαιοί πήραν τον νεκρό Πάτροκλο και τον έφεραν στα πλοία.
Βλέποντας ο Αχιλλέας τον φίλο του νεκρό, ξέσπασε σε θρήνο.















Τον άκουσε η µητέρα του η Θέτιδα και βγήκε από τη θάλασσα να τον παρηγορήσει. Και πήγε η ίδια στον Όλυµπο και του έφερε καινούργια πανοπλία, που του την έφτιαξε ο Ήφαιστος.
















πρόσθετες πληροφορίες...

 Η ασπίδα του Αχιλλέα




Ο Ήφαιστος βάζει όλη την τέχνη του, για να φτιάξει την καινούργια πανοπλία του Αχιλλέα.
Μα πιο πολύ δούλεψε τη στρογγυλή ασπίδα.
 Βάζει πρώτα τη γη, τη θάλασσα και τον ουρανό µε τον ήλιο, το φεγγάρι κι όλα τ’ αστέρια.
Κι έπειτα αρχίζει να σχεδιάζει δυο πολιτείες δίπλα δίπλα.
Στην πρώτη οι άνθρωποι έχουν ειρήνη. Παντρεύουν τα παιδιά τους µε τραγούδια και χαρές και λύνουν σε κριτές τις διαφορές τους.
Στην άλλη πολιτεία έχουν πόλεµο. Μέσα στην πόλη έχουν µείνει οι γυναίκες, τα παιδιά και οι γέροντες, ενώ έξω από τα τείχη δυο στρατοί έχουν πέσει στη µάχη.
Οι λαβωµένοι και οι νεκροί κείτονται ολόγυρα.
 Έτσι ο Ήφαιστος ιστορεί τις χαρές της ειρήνης και τις συµφορές του πολέµου.
Έπειτα βάζει τους γεωργούς που όργωναν τα χωράφια τους, τους εργάτες που θέριζαν µε τα δρεπάνια, βάζει αµπέλια φορτωµένα σταφύλια κι ανθρώπους που τα τρυγούσαν τραγουδώντας, βάζει βοσκούς που έβοσκαν τα κοπάδια τους, βάζει αγόρια και κοπέλες που χόρευαν µε άνθη στα µαλλιά τους. Και γύρω γύρω βάζει τον απέραντο Ωκεανό να αστράφτει.
Και όταν τελειώνει, στέκεται να την κοιτάξει. Ξέρει πως αν οι άνθρωποι προσέξουν την οµορφιά της ασπίδας, δεν θα θέλουν πια να πολεµούν. Θα θέλουν να χορεύουν και να τραγουδούν, να οργώνουν τα χωράφια τους, να τρυγούν τα αµπέλια τους και να βόσκουν τα κοπάδια τους. Θα θέλουν να ζουν ειρηνικά. Και είναι αυτή η ασπίδα του Αχιλλέα το πρώτο, το µοναδικό όπλο που φτιάχτηκε ποτέ και δεν προσκαλεί σε πόλεµο αλλά σε ειρήνη.

Μ. Καπλάνογλου, Η ασπίδα της ειρήνης, σελ. 25-26 (µε αλλαγές)

 Ο θρήνος του Αχιλλέα

Την είδηση του θανάτου του Πάτροκλου έφερε στον Αχιλλέα ο γιος του Νέστορα, ο Αντίλοχος.

«Έπεσε ο Πάτροκλος, και γύρα του για το νεκρό χτυπιούνται,
γυµνό, γιατί ο Έχτορας επήρε τ’ άρµατά του!».

Στο άκουσµα αυτό ο πόνος του Αχιλλέα ξεσπάει άγριος: δίχως µιλιά ο ήρωας χύνει µε τα δυο του χέρια στάχτη µαύρη στο κεφάλι του πάνω, κι έπειτα, µε ασκηµισµένο το ωραίο του πρόσωπο, µε το θείο χιτώνα λερωµένο, πέφτει και ξαπλώνει στο χώµα τραβώντας και ξεριζώνοντας τα µαλλιά του. Από φόβο, µήπως στην απελπισία του βγάλει το σπαθί του και σκοτωθεί, αναγκάζεται ο Αντίλοχος να του κρατεί τα χέρια. Ο Αχιλλέας δε µιλάει, βογγάει µόνο δυνατά.

Όµηρος, Ιλιάδα Σ 20-35 (απόδοση Ι.Θ.Κακριδής, Οµηρικές έρευνες σ. 85-86)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το σχόλιό σου θα εμφανιστεί μόλις εγκριθεί

Next previous