Cute Blue Pencil
Untitled

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Το κορίτσι κι η μαγική φλογέρα




Το παραμύθι αυτό το εικονογράφησαν οι μικροί μαθητές μου. Μιλάει για την αρχαία ίδρυση της πόλης των Αβδήρων.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι. Ζούσε με τους γονείς της σε μια πολιτεία δίπλα στη θάλασσα.
  Φτωχοί ήταν, μα τα βγάζαν πέρα. Ο πατέρας δούλευε στα αμπέλια ενός άρχοντα, γιατί εκείνη η πολιτεία ήταν ξακουστή για το κρασί της. 



Μια μέρα ο πατέρας γύρισε κουρασμένος απ’ τον τρύγο. Έσκυψε στο κορίτσι και του ‘δωσε ένα δώρο. 
«Σήμερα, κόρη μου, μαζέψαμε την πιο καλή σοδειά. Γι’ αυτό ο άρχοντας μου έδωσε δώρο αυτήν τη φλογέρα. Πάρ’ την να παίζεις».


Το κορίτσι, σαν την πήρε στα χέρια του, χάρηκε! Δεν είχε ξαναπάρει δώρο. Άρχισε να φυσάει τη φλογέρα. Κάλυπτε με τα δάχτυλά της μια τη μία τρύπα, ύστερα την άλλη. Οι ήχοι τη μάγεψαν! Γιατί η φλογέρα αυτή ήταν όντως μαγική! Ημέρευε όποιον την άκουγε. Έδιωχνε ό,τι στεναχώρια ή κακό είχε στο νου του.
Το κορίτσι άρχισε να παίζει κάθε μέρα. Ανάλογα με το τι ένιωθε, άλλοτε έπαιζε δυνατά και γρήγορα, άλλοτε απαλά και αργά. Άρχισε να μιμείται το παιχνίδισμα του αγέρα, τα τιτιβίσματα των πουλιών, τον ήχο της βροχής. Έτσι πέρασαν τα χρόνια.

 Η κόρη μεγάλωσε, έγινε σωστή κοπέλα. Μα δεν άφηνε τη φλογέρα απ’ τα χέρια της. Όταν έπαιζε στις γιορτές, στην αγορά, στα δυο λιμάνια της πολιτείας, νέοι και γέροι κάθονταν και την άκουγαν μαγεμένοι. Έδιωχνε την κακία απ’ τους άτιμους εμπόρους, τον καημό της αγάπης απ’ τους νέους, τη νοσταλγία της πατρίδας απ’ τους ναυτικούς.

Μια μέρα ο πατέρας γύρισε σπίτι ανάστατος.

«Τι έγινε, άντρα μου;» ρώτησε η μάνα.
«Κακό μεγάλο έρχεται,
ελπίδα καμιά δε φαίνεται.
Εχθροί ανίκητοι έρχονται
κι όλοι να φύγουν σκέφτονται.
Μα ένα καράβι είν’ εδώ,
όλους δε μας χωράει αυτό.
Κλήρος θα φανερώσει,
το καράβι ποιους θα σώσει».

Όλοι ήταν τρομαγμένοι. Είχαν ακούσει για τους εχθρούς που έρχονταν. Είχαν την ορμή του λιονταριού, κανένας δεν τους σταματούσε. Οι διπλανές πολιτείες είχαν χάσει πολλά παλικάρια, δεν άντεξαν. Είχαν σκύψει το κεφάλι και δεν μπορούσαν πια να ζουν και να δουλεύουν ελεύθερα.

Πέρασαν οι μέρες, ήρθε η ώρα του κλήρου. Μαζεύτηκαν όλοι σε ένα από τα δυο λιμάνια της πολιτείας, μπροστά στο καράβι που θα ‘φευγε. Ήταν νέοι, γέροι, παιδιά. Ο βασιλιάς της πολιτείας φανέρωσε τον κλήρο. Αυτοί που θα σώζονταν άρχισαν να κλαίνε από χαρά. Η κόρη, όμως, κι οι γονείς της δεν ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς.



Η κοπέλα στεναχωρημένη πήρε τη φλογέρα και πήγε στην ακροθαλασσιά. Έπαιξε ένα ρυθμό λυπητερό. Δεν πρόσεξε έναν άντρα που στεκόταν παραπέρα. Ήταν ο γιος ενός άρχοντα. Το καράβι το δικό του ήταν στο λιμάνι. Αυτός, μόλις σταμάτησε η μουσική, της είπε:


«Με τη φλογέρα που κρατάς,
παίξε, ποτέ μη σταματάς.
Τους καημούς όλους τους παίρνεις
και γαλήνη εμέ μου φέρνεις».
«Ποιους καημούς;» ρώτησε η κοπέλα.
«Δικό μου είν’ το καράβι που θα φύγει μακριά,
η μελωδία σου αυτή μου ‘δωσε παρηγοριά.
Εγώ φεύγω αλλά η μάνα, ο πατέρας κι ο αδερφός
δε θε ν’αφήσουν στους εχθρούς όλο μας εδώ το βιος...
 Μα στο ταξίδι αν είχα εγώ εσέ και τη φλογέρα,
κουράγιο θα ‘παιρνα με μιάς, θα ‘χα καλόν αγέρα».

Η κοπέλα τα ‘χασε. Όμως, αμέσως είπε «Αν έρθουν κι οι γονείς μου, έρχομαι!». Ο άντρας συμφώνησε κι η κόρη έτρεξε γρήγορα στο σπίτι. Τους είπε «το και το». Μάζεψαν, λοιπόν, όσα πράγματα μπορούσαν. Ανάμεσα στ’ άλλα ο πατέρας πήρε μια ρίζα αμπελιού και λίγο κρασί. Όταν ετοιμάστηκε το καράβι, ανέβηκαν. Αποχαιρέτησαν την πατρίδα που δε θα ξανάβλεπαν πια και ξεκίνησαν.
Έσχιζαν τα κύματα, το ένα μετά το άλλο και προχωρούσαν. Ώσπου ξαφνικά ένα πειρατικό καράβι άρχισε να έρχεται γοργά κατά πάνω τους. Ο άντρας μόλις το είδε φώναξε:

«Κόρη με τη φλογέρα,
διώξ’ τους σαν τον αγέρα!»

Αυτή άρχισε αμέσως να παίζει. Έπαιξε δυνατά και γρήγορα, για να φοβηθούν οι πειρατές. Μα αυτοί συνέχιζαν. Έφτασαν τόσο κοντά τους που έβλεπαν τους ανθρώπους με τα υπάρχοντά τους πάνω στο καράβι. Η κόρη τότε έπαιξε αργά και λυπητερά. Σα να ‘βαλε στη μελωδία της τον καημό όλων, που άφησαν την πατρίδα τους και πάνε σε τόπους ξένους.
Οι πειρατές σαν άκουσαν αυτήν τη μουσική, τους λυπήθηκαν. Ημέρεψε η καρδιά τους κι έφυγαν γι’ αλλού.
Έτσι, το καράβι θα συνέχιζε το ταξίδι του. Μα το πλήρωμα δεν έλυνε άλλο τα πανιά. Η καρδιά τους βάρυνε που θυμήθηκαν με τη μελωδία την πατρίδα. Φώναξε τότε πάλι ο άντρας:


«Κόρη με τη φλογέρα,
κάνε τη λύπη πέρα!».

Κι άρχισε η κοπέλα να παίζει γοργά κι εύθυμα. Σα να ‘βαλε στη μελωδία της αλλιώτικο ρυθμό, την καινούρια αρχή που ήθελαν να κάνουν στο νέο τόπο. Το πλήρωμα σαν την άκουσε, ημέρεψε η καρδιά τους και γύρισαν πίσω στη δουλειά τους.




Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες έπλεαν στη θάλασσα. Είχαν όλοι κουραστεί. Μα ξάφνου είδαν μπροστά τους στεριά. «Αυτή είναι η νέα πατρίδα» σκέφτηκε ο άντρας και έβαλε πλώρη για εκεί. Έφτασαν και κατέβηκε πρώτος απ’ το καράβι. Σαν προχώρησε λίγο, φανερώθηκαν μπροστά του άνθρωποι αγριεμένοι.



Φώναζαν σε γλώσσα παράξενη. Άρχισε να τρέχει πίσω στο καράβι. Αμέσως η κοπέλα έπιασε τη φλογέρα της. Άρχισε να παίζει μια λυπητερά, μια εύθυμα. Μια γλυκά, μια δυναμικά. Σα να ‘βαλε στη μελωδία της τα περασμένα μα και τα κατοπινά. Οι ντόπιοι τα ‘χασαν. Η μουσική μίλησε στην καρδιά τους. Είδαν τους ταλαιπωρημένους ξένους και τους άνοιξαν τα σπίτια τους.

Σιγά-σιγά παλιοί και νέοι κάτοικοι έρχονταν κοντά. Ο ένας καταλάβαινε τη γλώσσα του άλλου, τις συνήθειές τους. 
Μαζί έφτιαξαν μια νέα πολιτεία, ξακουστή.
Άβδηρα την είπαν, γιατί παράδοση παλιά υπήρχε ότι στα μέρη εκείνα τα άλογα του Διομήδη είχαν σκοτώσει τον φίλο του Ηρακλή, τον Άβδηρο.
 Φύτεψαν και το αμπέλι που έφερε ο πατέρας της κόρης.

 Άρχισαν να φτιάχνουν κι εκεί φημισμένο κρασί. Το έπιναν και θυμόντουσαν την πατρίδα.
Κι ο άντρας που τους έφερε εκεί με το καράβι του αγάπησε την κοπέλα με τη μαγική φλογέρα και παντρεύτηκαν. Το πρώτο γλέντι στο νέο τόπο ήταν για το γάμο τους. Κράτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες.

Ήμουνα κι εγώ εκεί μ’ ένα κόκκινο βρακί! Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Μπράβο, παιδιά μου!
Next previous
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...